νεόγαμος,


νεόγαμος,
νεό-γαμος, u. νεο-γαμής, ές, eben erst verheiratet, junger Ehemann, junge Ehefrau

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • νεόγαμος — newly married masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεόγαμος — η, ο (Α νεόγαμος, ον) αυτός που έχει παντρευτεί πρόσφατα, ο νιόπαντρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + γάμος (πρβλ. πικρό γαμος, φιλό γαμος)] …   Dictionary of Greek

  • νεόγαμον — νεόγαμος newly married masc/fem acc sg νεόγαμος newly married neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογάμοις — νεόγαμος newly married masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογάμου — νεόγαμος newly married masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογάμους — νεόγαμος newly married masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογάμων — νεόγαμος newly married masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογάμῳ — νεόγαμος newly married masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεόγαμοι — νεόγαμος newly married masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογαμής — νεογαμής, ές (Α) νεόγαμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. τού νεόγαμος, κατά τα αρσ. σε ης] …   Dictionary of Greek

  • γάμος — Θεσμός που αποβλέπει στη ρύθμιση των σχέσεων των δύο φύλων στα πλαίσια μιας κοινής συμβίωσης και στον καθορισμό της νομικο κοινωνικής θέσης των παιδιών που θα γεννηθούν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεννητόρων (υπηκοότητα, εθνικότητα,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.